https://craftartista.blogspot.gr

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Η αληθινή ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας





Καιρός είναι πιά να γίνει γνωστή η αληθινή ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας που δεν περιλαμβάνει ούτε κακό λύκο, ούτε βέβαια γιαγιά που γίνεται «γεύμα» …αυτά είναι παραμύθια και μάλιστα θα έλεγα , ανώφελα τρομακτικά και εντελώς κακόγουστα.
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή.

Η Κοκκινοσκουφίτσα , Ιωάννα ήτανε βαφτισμένη,Νανά τη φωνάζανε, ζούσε με τον μπαμπά και τη μαμά της σ ένα συγκρότημα κατοικιών , σε μία μεζονέττα για την ακρίβεια σε ένα όμορφο προάστιο με πολύ πράσινο, περιποιημένους κήπους, θεόρατα δένδρα και πολλά λουλούδια. Η γιαγιά της πάλι, έμενε σε μία πέτρινη παλιά μονοκατοικία, στην άκρη ενός ξέφωτου, όχι πολύ μακριά από το σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας . Αμέτρητες φορές η Κοκκινοσκουφίτσα είχε κάνει τη διαδρομή από το σπίτι της, στο σπίτι της γιαγιάς και αντίστροφα, με τη γιαγιά, τη μαμά και το μπαμπά της, όμως κάθε φορά, τη χαιρότανε αφάνταστα , απολαμβάνοντας κάθε σπιθαμή του χωματένιου μονοπατιού που στριφογύριζε ανάμεσα στα πανύψηλα δένδρα που φυτρώνανε στις όχθες του ρυακιού που κυλούσε δίπλα….Στις φυλλωσιές των δέντρων ζούσανε χιλιάδες πουλιά και μέχρι να φτάσουνε στο ξέφωτο ,συναντούσανε πεταλούδες, μέλισσες, πασχαλίτσες, μία φορά συναντηθήκανε μ΄ έναν σκαντζόχοιρο, μιάν άλλη με μία χελώνα, μόλις λίγες ημέρες πριν ,μ΄ένα αγριοκούνελο και το χειμώνα με παιχνιδιάρικα σκιουράκια…. Κάποτε εκεί ήτανε ένας βουρκότοπος , ένα μπαζωμένο ρέμα γεμάτο σκουπίδια κι ανεπιθύμητους κατοίκους, φίδια, αρουραίους, σκνίπες, κουνούπια….οι άνθρωποι ευτυχώς μπορέσανε να συνεννοηθούνε και ο τόπος καθαρίστηκε, γίνανε πολλά έργα και μετά από μεγάλες προσπάθειες και τη συμβολή όλων , ο τόπος μεταμορφώθηκε σε παράδεισο…. Κάθε χρόνο φυτεύανε όλοι μαζί καινούργια δέντρα, θάμνους και λουλούδια, φροντίζανε την καθαριότητα, επαγρυπνούσανε κι είχανε πάρει όλα τα μέτρα για τον περιορισμό του κινδύνου από φωτιά και την ασφάλεια των ζώων που είχανε βρεί καταφύγιο εκεί. Της τα είχε διηγηθεί όλα αυτά η γιαγιά της, αλλά και ο πατέρας της , που ήτανε νοσηλευτής και εργαζότανε σε ένα μεγάλο Νοσοκομείο. Εκείνη την ημέρα είχε εθελοντική υπηρεσία όμως μόλις τον ειδοποιήσανε ότι η μητέρα του, που από μέρες ήτανε αδιάθετη, είχε σημάδια επιδείνωσης, έτρεξε κοντά της να προσφέρει τη βοήθειά του μέχρι να έρθει και ο γιατρός.
Η μαμά της πάλι, ήτανε σχεδιάστρια ρούχων και είχε ένα κατάστημα σε έναν κεντρικό εμπορικό δρόμο της πόλης. Εκείνη είχε λανσάρει την κόκκινη κάπα με την κουκούλα που έκανε πάταγο και έγινε το σήμα κατατεθέν της μικρούλας της ιστορίας μας , μιας και ήτανε αυτή που την πρωτοφόρεσε.
Η μαμά , λίγο αργότερα, έφθασε βιαστική στο σπίτι, με το γιατρό , που ήτανε αδελφός της, και την ενημέρωσε ότι θα πάνε στη γιαγιά που αρρώστησε , να μην ανησυχεί, μόνο να καθίσει φρόνιμα με την κυρία Λιλή που την πρόσεχε , να δεί τις αγαπημένες της εκπομπές στην τηλεόραση. Πραγματικά στρώθηκε στο καρεκλάκι της μπροστά στην οθόνη, αλλά τι απογοήτευση…..όλο επαναλήψεις και κανένας από τους αγαπημένους της ήρωες…..σύντομα βαρέθηκε και ετοιμαζότανε να ζητήσει από την κυρία Λιλή να της διαβάσει κανένα παραμύθι, αλλά εκείνη είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ….Τότε της ήρθε η ιδέα να πάει κι εκείνη στο σπίτι της γιαγιάς , ήτανε σίγουρη ότι αυτό έπρεπε να κάνει, εξ άλλου η γιαγιά χαιρότανε τόσο όταν την έβλεπε αλλά κι εκείνη τη λάτρευε τη γιαγιάκα της, μαζί της περνούσε πάντα υπέροχα, τραγουδούσανε, της είχε μάθει ένα σωρό τραγούδια, φτιάχνανε κουλουράκια, κόβανε φιγούρες από χαρτί, ζωγραφίζανε, φυτεύανε βολβούς στον κήπο !!!
Πήρε το καλαθάκι της, έβαλε μέσα δύο ροδάκινα, ένα κομμάτι κέηκ με σταφίδες, μία σοκολάτα και ένα μάφιν κανέλλας και ξεγλίστρησε σιγοπατώντας από την πόρτα της κουζίνας.
Η διαδρομή της ήτανε γνώριμη και ήτανε απογευματάκι, πήρε το δρομάκι και κάθε τόσο αφουγκραζότανε τα πουλιά που κελαηδούσανε, είχε το νού της μήπως εμφανιστεί κανένα σκιουράκι αλλά το μόνο που συνάντησε ήτανε ένα σαλιγκάρι, και μία μικρή σαύρα που λιαζότανε επάνω σε ένα βραχάκι. Τριγύρω υπήρχανε λογής λογής λουλούδια, σκέφτηκε να μαζέψει μερικά, η γιαγιά της τα αγαπούσε πολύ και φρόντιζε με επιμέλεια τον κήπο και τις γλάστρες της.
Εφτιαξε ένα μικρό μπουκέτο, ήτανε ευχαριστημένη με τη σκέψη ότι θα έκανε μια θαυμάσια έκπληξη στη γιαγιάκα της …..ξαφνικά πίσω από τους θάμνους ,ξεπρόβαλε ένας μεγαλόσωμος σκύλος που την πλησίασε κουνώντας χαρωπά την ουρά του και αμέσως πίσω του, εμφανίστηκε ένας άνδρας με πρασινωπή στολή, κασκέτο και όπλο !!! Κατατρόμαξε, ευτυχώς εκείνος της μίλησε πρώτος και τον αναγνώρισε, και ο σκύλος της ήτανε γνώριμος, ο Μάξ του κυρίου Τέλη, του γείτονάς τους. Αναθάρρησε και τον χαιρέτισε ,τον είχε δεί από μακριά πολλές φορές να τριγυρνάει στην περιοχή με το σκύλο του και ο μπαμπάς, της είχε εξηγήσει ότι ήτανε Αγροφύλακας, η δουλειά του ήτανε να προσέχει το δάσος και τα ζώα του , να διώχνει αυτούς που ήθελαν να τους κάνουν κακό…..αντίθετα εκείνος έδειξε μεγάλη έκπληξη που την είδε «Για πού το έβαλες μικρούλα»; Τη ρώτησε. Πάω στη γιαγιά μου , που είναι άρρωστη, θα χαρεί να με δεί. «Που μένει η γιαγιά σου»; Την ξαναρώτησε «Εδώ πιο κάτω, μετά τη λιμνούλα με τα νούφαρα, πέρα από τη συστάδα με τις λεύκες, στο πέτρινο σπίτι με το μεγάλο κήπο, στο ξέφωτο » απάντησε και πάλι αλλά τότε μια μικρή αμφιβολία την έκανε να διστάσει, το μονοπάτι σε δυό τρία σημεία χωριζότανε στα δύο και δεν ήτανε καθόλου σίγουρη ποιο ακριβώς θα έπρεπε να ακολουθήσει… Ενα κύμα φόβου άρχισε να την πλημμυρίζει, ο άνδρας με τη στολή το αντιλήφθηκε αμέσως και της είπε: «Μη φοβάσαι , όμως δεν θα έπρεπε να είσαι μόνη σου τέτοια ώρα, κάτι κυνηγοί έχουνε σκορπίσει τριγύρω παρ΄όλο που το κυνήγι απαγορεύεται εδώ, εξ άλλου είσαι μικρούλα ακόμη για να κυκλοφορείς εντελώς μόνη ….δεν ξέρεις ποιούς θα συναντήσεις….»Τότε μόλις συνειδητοποίησε με τρόμο, ότι ο ήλιος είχε κρυφτεί και οι σκούρες σκιές των δέντρων σκοτεινιάζανε το μονοπάτι….η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και τα πόδια της είχανε καρφωθεί στο έδαφος….
Ο Αγροφύλακας της μίλησε με χαμηλή φωνή «έλα θα σε πάω μέχρι το σπίτι της γιαγιάς, μη φοβάσαι» τον ακολούθησε με επιφύλαξη αλλά και ανακούφιση ταυτόχρονα και όλα αυτά έγιναν , χωρίς να έχει πάρει είδηση κανένας από τους δυό τους, ούτε και ο σκύλος ακόμη, ότι τους παρακολουθούσε από μακριά, καλά κρυμμένος στις φυλλωσιές ,ένας γκρίζος λύκος…..
Ο φουκαράς είχε μείνει αναγκαστικά σ΄αυτόν τον τόπο ξεκομμένος από την αγέλη του, γιατί ήρθε η ώρα η λύκαινα να φέρει στον κόσμο τα λυκάκια τους, τρία τον αριθμό παρακαλώ !!! Ευτυχώς εντελώς ανέλπιστα βρέθηκε ένα προστατευμένο κατάλυμα στον κήπο μιάς καλής γιαγιάς, σε μια ευρύχωρη τρύπα κάτω από έναν παλιό μισογκρεμισμένο φούρνο….στο πίσω μέρος της αυλής έντελώς αθέατης , κρυμμένης από το φύλλωμα ενός φουντωτού θάμνου . Εκείνος φρόντιζε για τροφή, πρόσεχε τριγύρω, και ανησυχούσε για όλους…..δεν έβλεπε την ώρα να μπορέσουνε μαζί με τη λύκαινα να οδηγήσουνε τα λυκάκια τους στην ασφάλεια της αγέλης, μέχρι τότε όμως ήτανε διαρκώς σ’ επιφυλακή….ήξερε πόσο επικίνδυνοι ήτανε οι άνθρωποι με τα όπλα…..
Φθάσανε στην πόρτα της γιαγιάς, ο αγροφύλακας χτύπησε το κουδούνι, άνοιξε η μαμά και η κοκκινοσκουφίτσα ρίχτηκε στην αγκαλιά της. Εξω είχε σκοτεινιάσει για καλά, η μαμά κάλεσε μέσα τον αγροφύλακα ενώ την έσφιγγε δυνατά στην αγκαλιά της, επαναλαμβάνοντας: « Δόξα τω Θεώ, Δόξα τω Θεώ …» Ο μπαμπάς κάθισε με τον αγροφύλακα και το γιατρό στα σαλονάκι, η γιαγιά είχε πάρει τα φαρμακά της, είχε φάει και τη σουπίτσα της και είχε αποκοιμηθεί, ευτυχώς τα χειρότερα είχανε αποφευχθεί, με τη σωστή αγωγή θα γινότανε εντελώς καλά , όμως θα έπρεπε να παίρνει τα φάμακά της , αρκετό καιρό όπως δήλωσε ο γιατρός.
Η κοκκινοσκουφίτσα δεν θυμάται και πολλά απ όσα έγιναν στη συνέχεια, αποκοιμήθηκε βαθειά και το επόμενο πρωϊ, ξύπνησε στο δωμάτιό της, στο απαλό και ζεστό κρεβάτι της. Μετά το πρωϊνό πήγε με τη μαμά της να δούνε τη γιαγιά. Σ΄όλο το δρόμο. η μαμά της εξηγούσε πόσο παράτολμο ήτανε αυτό που είχε κάνει, πόσους κινδύνους είχε διατρέξει, πόσο είχε τρομοκρατηθεί η ίδια, ο μπαμπάς, ο θείος και η κυρία Λιλή…
Βρήκανε τη γιαγιά ευδιάθετη , να πλέκει καθισμένη στην πολυθρόνα της δίπλα στο παράθυρο. Τις καλωσόρισε με το γλυκό της χαμόγελο και τους είπε πόσο ήρεμα και ευχάριστα είχε κοιμηθεί, πόσο θαυμάσια είχε ξυπνήσει…. πόσο λυπότανε που τους είχε αναστατώσει, ευτυχώς δεν είχε πάρει είδηση το ανδραγάθημα της εγγονής της….
Ο λύκος παρακολουθούσε από μακριά κρυμμένος πίσω από ένα βράχο , ένοιωθε πως αυτή η μικρούλα είναι ασφαλής και παίρνει αγάπη από την οικογένειά της, ακριβώς όπως και τα λυκάκια του…..κούνησε την ουρά του με επιδοκιμασία και βάλθηκε να οσμίζεται τριγύρω προσπαθώντας να εντοπίσει τίποτα φαγώσιμο…..ταυτόχρονα είχε τ΄αυτιά του τεντωμένα και την προσοχή του εστιασμένη σε κάθε ήχο, κάθε τρίξιμο, κάθε ριπή του αέρα…..έτοιμος ν΄αντιμετωπίσει τους κινδύνους που παραμονεύανε, δεν ησύχαζε όσο σκεφτότανε ότι εκείνοι οι κυνηγοί μπορεί να τριγυρίζανε ακόμη εκεί κοντά….
Ο μπαμπάς τηλεφωνούσε κάθε τόσο να μάθει αν όλα πάνε καλά, το ίδιο και ο γιατρός , ενώ η κυρία Λιλή κατέφθασε κι εκείνη μετά από λίγο με το πλεκτό της και την ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Η μαμά, της έκανε νόημα να μην αναφέρει το παραμικρό, φέρνοντας το δάχτυλο μπροστά στο στόμα της, η Κοκκινοσκουφίτσα όμως, είχε την αίσθηση ότι μετά βίας κρατιότανε να μην της βάλει τις φωνές ή να της δώσει ακόμη και καμία ξυλιά στον ποπό, για τη λαχτάρα που πέρασε εξ αιτίας της, γι αυτό φρόντισε να της χαρίσει το πιο αθώο της βλέμμα μαζί με το χαριτωμένο και ακαταμάχητο χαμόγελό της…..
Η μαμά , μετά από αυτή την αναστάτωση σχεδίασε μία νέα παιδική συλλογή με θέμα τα ζώα του δάσους, που είχε τεράστια επιτυχία, ιδιαίτερα τα μπουφάν με το κεφάλι του γκρίζου λύκου σχεδιασμένο στην πλάτη, τα φούτερ με τα σκατζοχοιράκια και τα αδιάβροχα με τα σαλιγκάρια….
Ο μπαμπάς συνέχισε να εργάζεται στο μεγάλο Νοσοκομείο, όπως και ο γιατρός.
Ο Αγροφύλακας εντόπισε τους κυνηγούς, τους συνέλαβε και τους οδήγησε στο δικαστήριο. Καταδικαστήκανε και πληρώσανε μεγάλα πρόστιμα. Αισθάνθηκε πραγματικά μεγάλη ικανοποίηση γιατί μόλις πριν λίγους μήνες, ένας συνάδελφός του, τους είχε διηγηθεί την ιστορία του Μέλιου, του μικρού ζαρκαδιού που δεν είχε γλιτώσει από τα ντουφέκια των κυνηγών και όλοι είχανε στεναχωρηθεί αφάνταστα μ΄αυτή την εξέλιξη…
Ο λύκος, μετά από λίγο καιρό, κατάφερε με τη λύκαινα και τα λυκάκια τους να ενωθούνε με την αγέλη τους, τώρα ζούνε σ΄ένα ψηλό βουνό κάπου μακριά σ΄ένα πυκνό δάσος όπου όμως δεν λείπουνε οι κίνδυνοι. Η λύκαινα εκπαιδεύει τα μικρά, παρακολουθεί τα παιχνίδια τους και τα καμαρώνει να μεγαλώνουνε μέρα με τη μέρα κι εκείνος συνεχίζει να επαγρυπνά για την ασφάλεια της οικογένειάς του.
Η Κοκκινοσκουφίτσα μεγάλωσε και έγινε κι εκείνη σχεδιάστρια ,…..σχεδιάζει έπιπλα, φωτιστικά, διακοσμητικά, χαλιά κλπ παίρνει μέρος σε εκθέσεις, ταξιδεύει και θεωρείται επιτυχημένη στο χώρο της. Δεν ντρέπεται να παραδεχτεί ότι συνεχίζει να συγκινείται κάθε φορά που θυμάται την περιπέτειά της, καθώς και κάθε φορά που βλέπει την παιδική της φωτογραφία με την κόκκινη κάπα ,την κουκούλα και το καλαθάκι της…..αυτή που την έκανε γνωστή σχεδόν σε όλα τα παιδιά του κόσμου….

Φίλοι μου μοιράζομαι μαζί σας με πολλή χαρά τη μανία που με έχει κυριεύσει τελευταία, να "αναμορφώνω" τα κλασικά παραμύθια που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να είναι τόσο τρομακτικά, με ανθρωποφάγα ζώα, δράκους, κακές μάγισσες, μητριές, άκαρδους γονείς και ταλαίπωρα παιδάκια....γουρουνάκια, κατσικάκια...και παράλληλα να κατασκευάζω και μια ταιριαστή πάνινη κούκλα !!! Προς το παρόν απολαμβάνω τις μανίες μου στο έπακρο !!!

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Μάθημα ζωής για όλους εμάς. "Περιποιηθείτε καλά τον εαυτό σας. Αγαπήστε τους άλλους."

Συγκλονιστικό! Ποια ήταν τα τελευταία λόγια του Steve Jobs… ΛΙΓΟ πριν ΠΕΘΑΝΕΙ!


steve jobs

ΤΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ STEVE JOBS (1955-2011)
ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ, ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ.
Μάθημα ζωής για όλους εμάς.
Ο δισεκατομμυριούχος συνιδρυτής της Apple και ο εγκέφαλος μιας αυτοκρατορίας προϊόντων που έφεραν την επανάσταση στους υπολογιστές, την τηλεφωνία και την μουσική βιομηχανία, συγκινεί με τα τελευταία του λόγια κάνοντας έναν «σκληρό» προσωπικό απολογισμό και δίνοντας συμβουλές αναφερόμενος στο τι έχει περισσότερο σημασία στη ζωή.
«Έχω φτάσει στο αποκορύφωμα της επιτυχίας στον επιχειρηματικό κόσμο. Στα μάτια των άλλων, η ζωή μου είναι μια επιτομή της επιτυχίας.
Ωστόσο, πέρα από τη δουλειά, η χαρά μου είναι λίγη. Στο τέλος, ο πλούτος είναι μόνο ένα γεγονός της ζωής που έχω συνηθίσει.
Αυτή τη στιγμή, ξαπλωμένος στο κρεβάτι και άρρωστος αναπολώντας ολόκληρη τη ζωή μου, συνειδητοποιώ ότι η αναγνώριση και ο πλούτος που κατέκτησα με τόση υπερηφάνεια, έχουν ξεθωριάσει και έχουν χάσει το νόημά τους μπροστά στον επικείμενο θάνατο. Στο σκοτάδι, κοιτάζω τα πράσινα φωτάκια από τα μηχανήματα υποστήριξης των ζωτικών λειτουργιών και ακούγοντας το βουητό των μηχανικών ήχων, μπορώ να αισθανθώ την αναπνοή του θεού του θανάτου να πλησιάζει.
Τώρα ξέρω, όταν έχουμε συσσωρεύσει επαρκή πλούτο για να διαρκέσει όλη τη ζωή μας, θα πρέπει να κυνηγήσουμε άλλα θέματα που δεν έχουν σχέση με τον πλούτο.
Θα έπρεπε να είναι κάτι πιο σημαντικό: Ίσως σχέσεις, ίσως την τέχνη, ίσως ένα όνειρο της νιότης μας. Το κυνήγι μόνο του πλούτου μετατρέπει τον άνθρωπο σε ένα στριμμένο ον, ακριβώς σαν κι εμένα.
Ο Θεός μας έδωσε τις αισθήσεις για να επιτραπεί σε όλους να αισθανθούν την αγάπη στην καρδιά τους, όχι οι αυταπάτες που φέρνει ο πλούτος. Τον πλούτο που έχω κερδίσει στη ζωή μου δεν μπορώ να τον πάρω μαζί μου. Αυτό που μπορώ να πάρω μαζί μου είναι μόνο οι αναμνήσεις που τυλίχτηκαν από την αγάπη. Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος που θα σας ακολουθεί, θα σας συντροφεύει, δίνοντάς σας τη δύναμη και το φως για να συνεχίσετε. Η αγάπη μπορεί να ταξιδέψει χιλιάδες μίλια. Η ζωή δεν έχει όρια. Πηγαίνετε όπου θέλετε να πάτε. Φτάστε όσο ψηλά θέλετε να φτάσετε. Είναι όλα στην καρδιά σας και στα χέρια σας.
Ποιο είναι το πιο ακριβό κρεβάτι στο κόσμο; – «Το κρεβάτι του αρρώστου». Μπορείτε να απασχολείτε κάποιον να οδηγεί το αυτοκίνητο για εσάς, να βγάζει χρήματα για εσάς, αλλά δεν μπορείτε να έχετε κάποιον να υποφέρει την ασθένεια για εσάς. Τα υλικά πράγματα που χάνονται μπορούν να βρεθούν. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορεί ποτέ να βρεθεί όταν έχει χαθεί – «Η ζωή».
Όταν ένα άτομο πηγαίνει στο χειρουργείο, θα συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει ένα βιβλίο του οποίου δεν έχει ακόμη τελειώσει την ανάγνωση – «Το Βιβλίο της Υγιούς Ζωής». Σε όποιο στάδιο της ζωής κι αν βρισκόμαστε τώρα, με το χρόνο, θα αντιμετωπίσουμε την ημέρα που η αυλαία πέφτει. Πλουτίστε με αγάπη την οικογένειά σας, με αγάπη τον/τη σύζυγό σας, με αγάπη τους φίλους σας.
Περιποιηθείτε καλά τον εαυτό σας. Αγαπήστε τους άλλους.»