Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ένα έγκλημα καταστρέφει την Αττική ~ [Ενιαία Κίνηση Bloggers]



Στεκόμαστε στο πλευρό των κατοίκων του Δήμου Μαραθώνα και υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά τους να προστατεύσουν τη ΒΑ Αττική και όχι μόνο, από την καταστροφή, που θα επιφέρει ο ΧΥΤΥ Μαραθώνα. 
ΔΕΝ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΙΩΠΗΛΟΙ σε μια σειρά παράλογων και παράνομων ενεργειών που γίνονται, με πρώτο το σημείο που κατασκευάζεται. Βρίσκεται σε βουνό το οποίο εξαφανίστηκε σταδιακά για τη δημιουργία του, μια ανάσα απ’ τη θάλασσα. Στο σημείο βρίσκονται πηγές και ρέματα τα οποία καταλήγουν στις κοντινές παραλίες στον Ευβοϊκό (Μαραθώνα, Σχοινιά, Ν. Μάκρη, Σέσι) και ήδη με μια μικρή μπόρα κατεβαίνει λάσπη σε όλη την ακτογραμμή. Φανταστείτε να κατεβαίνουν τοξικά υπολείμματα. Με τη λειτουργία του θα μολυνθεί όχι μόνο η ακτογραμμή αλλά και η θάλασσα, θέτοντας σε κίνδυνο την αλιεία και το κολύμπι. Παίρνουμε θέση και ψηφίζουμε εδώ
ΔΕΝ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΙΩΠΗΛΟΙ ΟΤΑΝ θα επηρεαστεί άμεσα ο υδροφόρος ορίζοντας όπως συμβαίνει στη Φυλή, που σύμφωνα με την έκθεση του καθ. Γεωλογίας & Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Λέκκα, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα". Μεταξύ άλλων ο κ. Λέκκας αναφέρει: "το... μαύρο υγρό των αποστραγγισμάτων των σκουπιδιών - τα επικίνδυνα δηλαδή "κατακάθια" των απορριμμάτων - εξαπλώνεται με εντυπωσιακό τρόπο. Από την Ελευσίνα και τον Ασπρόπυργο ως τις παρυφές της Φυλής και των Αχαρνών, όλες οι μετρήσεις σε βάθος 20, 50, 70 και 100 μέτρων ανίχνευσαν κάδμιο, αρσενικό, κυάνιο, μόλυβδο και ψευδάργυρο». Το υπέδαφος μιας ολόκληρης περιοχής θεωρείται πλήρως κατεστραμμένο. «Σε όλη αυτή την έκταση δεν μπορεί να γίνει καμία γεώτρηση, ενώ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η επιφάνεια για καλλιέργειες. Όσο πιο κοντινές στη χωματερή ήταν οι περιοχές από όπου είχαν ληφθεί τα δείγματα, τόσο οι ρύποι ανιχνεύονταν ακόμα και σε μηδενικό βάθος, στην επιφάνεια του εδάφους". 
Στα παραπάνω προστίθεται και το ενεργό σεισμικό ρήγμα του Ωρωπού, που βρίσκεται στο σημείο, καθώς και η μικρή απόσταση από τη λίμνη του Μαραθώνα η οποία χρησιμοποιείται για πότισμα στις καλλιέργειες της περιοχής, η καταστροφή του δάσους που αποτελεί ένα από τους λίγους πνεύμονες που έμειναν στην Αττική, η ατμοσφαιρική ρύπανση. Και αναρωτιόμαστε πώς γίνεται η Πολιτεία να απαγορεύει σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων από τη λίμνη, την οικοδόμηση κατοικιών και επιτρέπει την οικοδόμηση ΧΥΤΥ!!!

Γι’ αυτούς τους λόγους και όχι μόνο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει απεντάξει διαπαντός το έργο από τη χρηματοδότηση ως περιβαλλοντικά επιζήμιο (αφού δεν πληροί τις προϋποθέσεις) και κρατά την υπόθεση ανοιχτή σε ό,τι αφορά τη διερεύνηση παράνομων ενεργειών που έγιναν.

Το επιχείρημα πως ο ΧΥΤΥ Μαραθώνα, θα δέχεται μόνο υπολείμματα είναι ακόμα χειρότερο αφού σ’ αυτά περιλαμβάνονται τα πιο τοξικά και επικίνδυνα για την υγεία, υλικά που δεν ανακυκλώνονται οπότε η μόλυνση θα είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη!
Παίρνουμε θέση και ψηφίζουμε εδώ… 
Οι bloggers ενώνουμε τη φωνή μας με την φωνή των κατοίκων για να αποτρέψουμε αυτή την οικολογική βόμβα να εκραγεί!
Γιατί ο τόπος που ζούμε ανήκει στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές.
Έχουμε χρέος να τον προστατεύσουμε!!
Ο ΧΥΤΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ!
ΔΕΝ ΣΙΩΠΟΥΜΕ – ΔΙΑΔΙΔΟΥΜΕ - ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Η μάνα μου ( Ν. Καζαντζάκης, (απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)







«Η μάνα μου

«Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα.
Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη.
Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζανα πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.
Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.

«Η μάνα μου», Ν. Καζαντζάκης, (απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ

Συλλογικό διήγημα  ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ



Συμμετέχουν οι εξής bloggers:



  1. Μαριλένα από https://marilenaspotofart.wordpress.com/
  2. Αριστέα από http://princess-airis.blogspot.gr/
  3. Μαριάννα από https://onirokosmos-art.blogspot.gr/
  4. Πέτρα από http://pistos-petra.blogspot.gr/
  5. Μαρία Κανελλάκη από http://toapagio.blogspot.gr/
  6. Μαρία Νικολάου από http://tokeimeno.blogspot.gr/
  7. Memaria από http://mytripssonblog.blogspot.gr/
  8. Γιάννης από http://idipoton.pblogs.gr/
  9. Αλεξάνδρα από http://abuttononthemoon.blogspot.gr/
  10. Άννα από http://kloanna.blogspot.gr/
  11. Κλαυδία από http://katoapotinakropoli.blogspot.gr/
  12. Χριστίνα από http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr/




Πρόσωπα:
Άλις: πρωταγωνίστρια, 18 χρόνων
Σάρλοτ: μητέρα Άλις (νεκρή)
Τζέημς Μακάλιστερ: πατέρας Σάρλοτ
Τζέφρι Μπάνιστερ: πατέρας Άλις
Βέρα: δεύτερη σύζυγος Μπάνιστερ
Τσαρλς: γιος Βέρας και Μπάνιστερ, 6 χρόνων
Χέρπμπερτ: αδελφός Βέρας
Μπράιαν Κλαρκ: εραστής Άλις και γιός Μαίρης Κέλι
Μάθιου Κέλι: ζωγράφος
Μις Σάλι: γκουβερνάντα
Μαίρη: Αδελφή Μάθιου Κέλι
                                           Μοναχή Agatha: Αδελφή Μάθιου και Μαίρης Κέλι

Σύνδεση με το προηγούμενο :









Βγήκε ξέροντας πως όλοι θα κοιμούνται. Κατευθύνθηκε προς τη σάλα όταν άκουσε περίεργα τριξίματα από τη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι. Αναζήτησε ένα μέρος για να κρυφτεί. Η κουρτίνα του παραθύρου της φάνηκε ιδανική λύση. Κρύφτηκε πίσω της και κράτησε την αναπνοή της.

Ένιωσε την παρουσία μιας γυναικείας φιγούρας που δεν ήταν σίγουρα η Μις Σάλι, η γκουβερνάντα, μα ούτε και η Άλις.



Κεφάλαιο 11



Η αλήθεια αρχίζει να ξεδιπλώνεται


Britannia Royal Naval College DEVON
Η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της και είχε την αίσθηση ότι οι χτύποι της, αντηχούσανε στο χώρο που φωτιζότανε αχνά από το φως του φεγγαριού. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα μετά την επιστροφή της από την Ιρλανδία. Οι σκέψεις, οι προβληματισμοί, η οδύνη της για τη βίαιη απομάκρυνση του γιού της μ΄αυτόν τον αιφνιδιαστικό τρόπο την είχανε εξουθενώσει . Γνώριζε την επιθυμία του άνδρα της να φοιτήσει ο Τσαρλς στo Britannia Royal Naval College στο Ντέβον τόπο καταγωγής και του ίδιου, γνώριζε τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο που τον ανέτρεφε, είχανε συγκρουσθεί άπειρες φορές γι΄αυτό το θέμα, ήτανε βέβαιη όμως , ότι θα τηρούσε το λόγο του και το παιδί θα πήγαινε σε οικοτροφείο στο Ντέβον μετά τη συμπλήρωση των 12 χρόνων του !!! Δεν μπορούσε να δεχτεί τη φυγάδευσή του άρον άρον ,ούτε φυσικά τις ανεπαρκείς εξηγήσεις που της είχανε δοθεί περί κινδύνου απαγωγής !!! Λίγα γνώριζε εξ άλλου για τις δουλειές και τις υποθέσεις του συζύγου της. Μετά την αποβολή του από τη Βασιλική Ναυτική Σχολή του Ντέβον, είχε ασχοληθεί με το εμπόριο έργων Τέχνης γνήσιων και πλαστών, συνεργαζόμενος με έναν Γάλλο, τον Μαρσέλ Ντινώ. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τις αγοραπωλησίες γης και κατάφερε σε σύντομο σχετικά διάστημα, να γίνει πολύ επιτυχημένος Κτηματομεσίτης, να αποκτήσει περιουσία και να αγοράσει γή, στην Ιρλανδία κυρίως. Εκεί εξ άλλου είχανε γνωριστεί . Η δική της οικογένεια, με ιρλανδέζικες ρίζες από την προγιαγιά της, ήτανε από τους πρωτοπόρους που είχανε επενδύσει στο Σιδηρόδρομο , εδώ και πολλές γενιές ήτανε ιδιοκτήτες αποστακτηρίου ΟΥΙΣΚΥ και στα κτήματά τους στο Kildare, εκτρέφανε τα κομψά PERCHERON, τα μεγαλόσωμα CLYDESDALE και τα δυνατά γκρίζα CONNEMARA, τα καλύτερα άλογα σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο . Είχε τόσο υπέροχες αναμνήσεις από τα καλοκαίρια που περνούσε κάνοντας ιππασία στα σμαραγδένια λιβάδια της Ιρλανδίας…. Όμως το πρόσφατο ταξίδι της, αντί να δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά της, την είχε τρομοκρατήσει και την είχε απογοητεύσει εντελώς. Η κατάσταση ήτανε εκρηκτική, οι βίαιες συγκρούσεις πέρα από κάθε φαντασία κι εκείνη μόνη, είχε αποτολμήσει να ταξιδέψει στο Δουβλίνο αναζητώντας τον ζωγράφο Μάθιου Κέλι !!!







Η Βέρα


Οι βαριές κουρτίνες ήτανε πάντα τραβηγμένες στο πλάϊ των μεγάλων παραθύρων του χωλ και λίγα βήματα τη χωρίζανε από το διάδρομο , αν έφθανε ως εκεί σίγουρα θα μπορούσε πιά να διακρίνει τη φιγούρα του ατόμου που επιχειρούσε σιγοπατώντας να ανέβει τη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι….Προσπαθούσε να καταλαγιάσει το φόβο της ενώ χίλια ερωτηματικά βασανίζανε το μυαλό της, ποιος ήτανε ο άγνωστος εισβολέας, πως είχε μπεί στο σπίτι και τι ή ποιόν αναζητούσε ; Ενοιωθε τα πόδια της καρφωμένα στο πάτωμα και το σφίξιμο στο στομάχι της τόσο οδυνηρό, που έσφιγγε ασυναίσθητα τις γροθιές της ,με αποτέλεσμα τα νύχια της να μπήγονται στις παλάμες της προκαλώντας της αφόρητο πόνο….




Ξαφνικά ένας βαρύς γδούπος και μία κραυγή πόνου έσκισε το σκοτάδι….η Βέρα έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα μπροστά και στάθηκε αναποφάσιστη….αμέσως μετά ακουστήκανε τα βήματα και η φωνή της Μίς Σάλι που ανέβαινε αλαφιασμένη από το ισόγειο κρατώντας μία λάμπα και φωνάζοντας με αγωνία : «Τι πάθατε κυρία Βέρα;;; Που βρίσκεστε, χτυπήσατε;;;»

Η Βέρα μόλις που κατάφερε να αρθρώσει δυό λέξεις βγαίνοντας από την κρυψώνα της , κατευθυνόμενη προς την άκρη του διαδρόμου «Σάλι πρόσεχε !!! Καλά είμαι, αλλά κάποιος άλλος είναι εδώ !!! Η Σάλι με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, αναρωτήθηκε φωναχτά :«Τι ήτανε αυτός ο θόρυβος;;;» Οι δύο γυναίκες κοιταχτήκανε με απορία και χωρίς να πούνε άλλη λέξη κατευθυνθήκανε προς τη σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο και το πατάρι….Προπορευότανε η Σάλι με επιφύλαξη, κρατώντας ψηλά τη λάμπα που φώτιζε το χώρο , κάνοντας τις σκιές τους να διαγράφονται πελώριες στους τοίχους που ήτανε σκεπασμένοι από πίνακες με βαρύτιμες κορνίζες….Μόλις δυό βήματα τις χωρίζανε από το ανθρώπινο κορμί που ήτανε σωριασμένο στη βάση της σκάλας ,ενώ ακούγανε καθαρά τη βαριά ανάσα και τα βογκητά της γυναίκας με τα κόκκινα μαλλιά που ήτανε κουβαριασμένη μπροστά τους, πεσμένη μπρούμυτα με το πρόσωπο στο πάτωμα. Φορούσε ένα χοντρό μάλλινο πανωφόρι σε μουντό πράσινο χρώμα , καφετί φουστάνι, καφέ δετά μποτίνια….και πρόφερε με δυσκολία τις λέξεις : «Mo chos….mo chos….hit mo cheann….O!!! Nimhneach ….!!! (To πόδι μου…..το πόδι μου…. Χτύπησα το κεφάλι μου…..Ο !!! Πονάω !!!)


Η Σάλι τινάχτηκε ασυναίσθητα και προσπάθησε να κρύψει την έκπληξή της, αυτή η γυναίκα δεν της ήτανε άγνωστη,. . Την είχε συναντήσει και στο παρελθόν, όταν είχε επισκεφθεί αρκετές φορές το Coldbery's Manor συνοδεύοντας τον αδελφό της, το ζωγράφο Μάθιου Κέλι .

Ο Μάθιου Κέλι

Οι μνήμες του παρελθόντος την κατέκλυσαν και οι εικόνες άρχισαν να περνούν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια της, η ευαίσθητη αιθέρια Σάρλοτ να ποζάρει, η μικρούλα αξιολάτρευτη΄Αλις , να τριγυρίζει τιτιβίζοντας έχοντας αγκαλιά την αγαπημένη της πορσελάνινη κούκλα, ο Μάθιου με το βασανισμένο βλέμμα, τα πινέλα, τις παλέτες και τα απλωμένα χρώματα να ζωγραφίζει στον κήπο, στη λίμνη, στη μεγάλη σάλα …..


Η Μις Σάλι

Ωρες ώρες νόμιζε ότι ότι ζούσε από πάντα σε τούτο το μελαγχολικό σπίτι, ίσως γιατί ήθελε να ξεχάσει τα παιδικά της χρόνια στο Ορφανοτροφείο του Ντάρτμουθ. Δεν είχε γνωρίσει γονείς, οικογένεια, ζεστασιά, τρυφερότητα κι όταν έγινε 14 ετών , για καλή της τύχη, βρέθηκε σαν βοηθός, στο σπίτι του εφημέριου του ST PETROX και της αδελφής του της Μαργαρίτας. Οι δύο αυτοί άνθρωποι με την καλοσύνη και τη γλυκύτητά τους γεμίσανε την καρδιά της ευγνωμοσύνη και θα είχε γίνει σίγουρα μοναχή, αν δεν είχε γνωρίσει τον Τομ τον αμαξά στα 17 της…..Παντρευτήκανε με τις ευλογίες του εφημέριου και της Μαργαρίτας , που έραψε και κέντησε το νυφικό της και της παραχώρησε σχεδόν ολόκληρη την προίκα της . Ποτέ δεν ήτανε τόσο ευτυχισμένη! Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της, το δικό της σπιτικό κι έναν θαυμάσιο σύζυγο που την αγαπούσε και τη νοιαζότανε…… μπορούσε να ονειρεύεται αισιόδοξα τη δημιουργία της δικής της οικογένειας !!!΄Ητανε το μοναδικό πράγμα που επιθυμούσε, η μοίρα όμως της επιφύλαξε πολλά εμπόδια στην επίτευξη αυτού του στόχου……τρείς αποβολές, δυό παιδιά γεννημένα νεκρά και η μικρή Μαργαρίτα της , ο θησαυρός της, το κοριτσάκι της που το πήρε ο Θεός πρίν συμπληρώσει τα τρία του χρόνια …..Μπόρεσε να υπομείνει καρτερικά αυτές τις δοκιμασίες, χάρη στην βαθειά ριζωμένη χριστιανική πίστη της, τα παρηγορητικά λόγια του εφημέριου και της αδελφής του και την αγάπη του Τομ….Ο καλός της ο Τομ, εργατικός και καλότροπος έφυγε γελαστός εκείνο το βροχερό πρωϊνό και δεν γύρισε ποτέ ξανά στο σπίτι…..Εμεινε χήρα πριν συμπληρώσει τα 30 της χρόνια και λίγους μήνες αργότερα, δέχτηκε με ανακούφιση και χαρά την πρόταση του εφημέριου, να μετακομίσει βόρεια σε μία έπαυλη στο Κόλντεμπερυ για να αναλάβει το ρόλο της γκουβερνάντας !!!









Ο Τζέφρι Μπάνιστερ

Όταν έφθασε στην έπαυλη η Σάλι, γνώρισε εκτός από τον εργοδότη της , τον επιβλητικό Τζέφρι Μπάνιστερ, την εύθραυστη γυναίκα του, τη Σάρλοτ , τη νεογέννητη κόρη του την ΄Αλις,  και τον Μάθιου, το ζωγράφο. Έναν ψηλό λεπτό άνδρα με καστανοκόκκινα μαλλιά και γκριζοπράσινα θλιμμένα μάτια που εκείνη την εποχή φιλοτεχνούσε έναν μεγάλο πίνακα , παραγγελία του κ. Μπάνιστερ. Ο Μάθιου είχε ζωγραφίσει πολλούς πίνακες για λογαριασμό του, τοπία της περιοχής , νεκρές φύσεις, εκτός από το μεγάλο πορτραίτο του ίδιου και εκείνο της γυναίκας του, που δέσποζαν στη σάλα της έπαυλης. Ερχότανε και έφευγε κατά διαστήματα , αποτυπώνοντας στους καμβάδες του με ευαισθησία και λεπτότητα τα θέματά του διατηρώντας άψογη επαγγελματική σχέση με τον εργοδότη του και κρύβοντας επιμελώς τα τρυφερά αισθήματα που έτρεφε για τη Σάρλοτ….την ονειροπόλα Σάρλοτ που βυθιζότανε κάθε μέρα και περισσότερο στο δικό της κόσμο, προσκολλημένη παθολογικά στην κόρη της και παραδομένη στη μελαγχολική ομορφιά του τοπίου και τη μαγεία της λίμνης με τα νούφαρα και τους λευκούς κύκνους.




Η Σάρλοτ

Αυτό το μωρό, την ΄Αλις, το θεώρησε δώρο Θεού η Σάλι, έγινε το φως της ζωής της!!! Δεν ήτανε απλά γκουβερνάντα, αλλά προστάτης και φύλακας άγγελος όχι μόνο του μωρού, αλλά και της μητέρας του, της Σάρλοτ. Της ευαίσθητης, συνεσταλμένης, αιθέριας Σάρλοτ, που μετά τη γέννηση του παιδιού της, έχασε κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε άλλο γύρω της …..Ο άνδρας της , απουσίαζε πιά πολύ συχνά για τις υποθέσεις του και τα ταξίδια του στην Ιρλανδία διαρκούσανε εβδομάδες . Ητανε ολοφάνερο. πως τα σφοδρά συναισθήματα του Τζέφρι Μπάνιστερ για τη γυναίκα του, είχανε προ πολλού ξεθυμάνει και το αρχικό πάθος του και ο τυφλός έρωτάς του είχανε χαθεί αμετάκλητα, σ΄αυτό σίγουρα συντέλεσε και η υποτακτική, ονειροπόλα, φύση της Σάρλοτ, που δεν του πρόσφερε πιά καμία ένταση, καμία πρόκληση κανένα ενδιαφέρον…..η γέννηση της κόρης του εξ άλλου , αποτέλεσε μία ακόμη μάλλον απογοητευτική εξέλιξη, αφού δεν του χάρισε το γιό που σίγουρα προτιμούσε.




Η Μαίρη

Το ζωγράφο Μάθιου Κέλι τον σύστησε στον Τζέφρι Μπάνιστερ ο Μαρσέλ Ντινιώ. Συνεργαζότανε καιρό μαζί του , είχε ένα απίστευτο ταλέντο στις πιστές αντιγραφές των μεγάλων Ιταλών, Ολλανδών και Ισπανών Μαίτρ που ο κ. Ντινιώ φρόντισε να εκμεταλλευτεί καταλλήλως. Από την άλλη ο Μάθιου, με το ταλέντο του, εξασφάλιζε αρκετά χρήματα ώστε να μη λιμοκτονούν ο ίδιος , οι γονείς και τ΄αδέλφια του , ενώ συνεισέφερε οικονομικά και στο επαναστατικό κίνημα των Φένιανς των οποίων ήτανε οπαδός όπως και όλοι οι δικοί του. Όταν ο Τζέφρι Μπάνιστερ ζήτησε να δεί ένα δείγμα της δουλειάς του, εκείνος του έφερε ένα μικρό πορτραίο της αδελφής του , της Μαίρης….Η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια του, ο αλαζόνας, υπερόπτης , φλεγματικός ΄Αγγλος, έμεινε έκθαμβος από τη σαγήνη που εξέπεμπε η εικόνα που ήτανε αποτυπωμένη στον καμβά . Η συνεργασία τους ξεκίνησε αμέσως με μία σοβαρή παραγγελία και την ανάλογη προκαταβολή , προσκλήθηκε μάλιστα να παρευρεθεί σε μία οικογενειακή γιορτή που θα γινότανε το ίδιο βράδυ σε μία πάμπ στοTEMPLBAR.

Εκείνο το βράδυ , ο Τζέφρι Μπάνιστερ έχασε το μυαλό του παρακολουθώντας τη Μαίρη να χορεύει τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας της. Μαγεύτηκε κυριολεκτικά !!! Πίνοντας αμέτρητα ποτήρια μπύρα GUINESS χειροκροτούσε ενθουσιασμένος τους χορευτές με τις παραδοσιακές στολές και χτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα ακολουθώντας το ρυθμό…Η Μαίρη με το ακτινοβόλο και πανέμορφο πρόσωπό της , πλαισιωμένο από τις κοκκινόχρυσες μπούκλες, που αναδεύονταν παιχνιδιάρικα σε κάθε κίνηση του κεφαλιού της τον είχε κατακτήσει με την πρώτη ματιά !!! Τα πράσινα λαμπερά μάτια της με τα τοξωτά φρύδια και το ευθύ , ζωηρό βλέμμα τον είχανε μαγνητίσει , αισθάνθηκε να δονείται ολόκληρη η ύπαρξή του ενώ το κόκκινο ζουμερό στόμα της με τα μαργαριταρένια δόντια προκαλούσανε ασυγκράτητα τις αισθήσεις του εκπέμποντας μία πρωτόγνωρη θέρμη . Η κατάκτησή της έγινε προτεραιότητα για τον Τζέφρι, όλες οι υποχρεώσεις και ασχολίες του περάσανε σε δεύτερο πλάνο και αγωνίστηκε μήνες για να επιτύχει το σκοπό του έχοντας απέναντι, όχι μόνο τον Μάθιου ,αλλά τον κόσμο ολόκληρο !!! ΄Ητανε γραφτό όμως η σχέση τους να ολοκληρωθεί κι ένας έρωτας παράφορος και συγκλονιστικός να παρασύρει και τους δυό τους σε απύθμενα βάθη…..με τραγικές συνέπειες…..










Προπαραμονή του Αγίου Πατρικίου, η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και  η αδελφή Agatha άνοιξε με τρεμάμενα χέρια το παράθυρο του μικρού δωματίου που χρησίμευε σαν προθάλαμος του Πτωχοκομείου ΄Αγιος Πατρίκιος και ένοιωσε ανακούφιση ανασαίνοντας βαθειά τον υγρό αέρα. Είχανε ανοίξει οι ουρανοί και ο δυνατός κρότος των βροντών έκανε τα τζάμια των παραθύρων να τρίζουν ενώ οι αστραπές, φωτίζανε κατά διαστήματα το χώρο. Είχανε συμβεί τόσα πολλά μέσα στις τελευταίες δύο ώρες….Δεκαπέντε χρόνια έκανε το διακόνημά της σ΄αυτό το Πτωχοκομείο , μαζί με άλλες αδελφές του Τάγματός της, προσπαθώντας να δώσει ανακούφιση στους δυστυχισμένους, όμως ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόση ταραχή και απελπισία. Μόλις πριν λίγο είχε λάβει ένα προχειρογραμμένο σημείωμα από τον ανηψιό της τον Μπράϊαν, τον 20χρονο γιό της μικρότερης αδελφής της , της Μαίρης, με το νέο της σύλληψης και φυλάκισης του αδελφού της, του Μάθιου !!! Θα έπρεπε να φροντίσει να ενημερώσει άμεσα τον πατέρα Ντέϊβιντ, όμως αυτό ήτανε αδύνατον , γιατί μόλις το ίδιο πρωΐ, εκείνος είχε φύγει για να επισκεφθεί την ετοιμοθάνατη μητέρα του στο Κόρκ!  Υστερα δέχτηκε την επίσκεψη εκείνης της κυρίας από την Αγγλία, της Βέρας Μπάνιστερ !!! Η κυρία Μπάνιστερ έκανε μία γενναιόδωρη δωρεά και πολλές ερωτήσεις….αναζητούσε τον Μάθιου Κέλι …..Εννοείται ότι δεν έδωσε καμία πληροφορία, ούτε καν της πέρασε από το μυαλό, να αναφέρει το παραμικρό στην κυρία Μπάνιστερ σχετικά με το παρελθόν που συνέδεε τον Μάθιου, τη Μαίρη και τον γιό της τον Μπράϊαν, με τον σύζυγό της και τη μακαρίτισσα πρώτη του σύζυγο !!!




Η αδελφή Agatha


Στράφηκε στον απέναντι τοίχο και στύλωσε τα μάτια της στην εικόνα του εσταυρωμένου που ήτανε απέναντί της , ένοιωσε να ασφυκτιά κάτω από τη λευκή καλύπτρα της και άρχισε να προσεύχεται με θέρμη, μετρώντας τις χάντρες του ροζαρίου της......




Συνεχίζεται.......






Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Άνθρωποι που με το πέρασμά τους αγγίζουν ψυχές



 
 
 
Μια μέρα, όχι πολύ παλιά, ένα παιδί γεννήθηκε. Αυτό το παιδί ήσουν εσύ.
Οι πιθανότητες να έρθεις σε αυτόν τον κόσμο ήταν απειροελάχιστες. Οι γονείς σου όχι μόνο έπρεπε να συναντηθούν, αλλά έπρεπε να αισθανθούν και κάποια έλξη ώστε να επιτρέψουν τη δημιουργία σου. Είτε ήταν τρελά ερωτευμένοι για χρόνια, είτε συναντήθηκαν μόνο μια φορά δεν έχει σημασία. Εσύ ήρθες εδώ και υπάρχει κάποιος λόγος.
Ο κόσμος δεν έχει δει άλλον άνθρωπο σαν εσένα και δε θα δει ποτέ όμοιό σου. Είναι η δική σου στιγμή. Σε σχέση με τα εκατομμύρια χρόνια ζωής αυτού του πλανήτη, το πέρασμά σου μοιάζει με ένα φτερούγισμα πεταλούδας.
Και όμως μέσα σε αυτό το διάστημα δημιούργησες, αγάπησες, αγαπήθηκες, έμαθες και μοιράστηκες τη ζωή σου με άλλους ανθρώπους.
Ίσως κάποιες στιγμές τα πράγματα να ήταν δύσκολα. Όλα να σου φάνηκαν μάταια, να σου φάνηκαν δύσκολα και απροσπέλαστα. Εκείνες όμως οι σκοτεινές στιγμές είναι η απόδειξη ότι έχεις περισσότερη δύναμη από όσο νομίζεις, ότι έχεις περισσότερες αντοχές από ότι πιστεύεις και ότι έχεις μια ακλόνητη αποφασιστικότητα. Μόλις το δεις και το εκτιμήσεις, οποιοδήποτε εμπόδιο εξαφανίζεται.
Θυμήσου τις στιγμές που μοιράστηκες τη χαρά με τους συνανθρώπους σου. Εξαιτίας σου υπήρξαν αυτές οι στιγμές. Χωρίς εσένα δε θα υπήρχαν. Θυμήσου κάθε άνθρωπο που μοιράστηκες το χαμόγελό σου. Θυμήσου κάθε άνθρωπο που αγκάλιασες και φίλησες. Κάθε άνθρωπο που του συμπαραστάθηκες, που τον ενθάρρυνες, του είπες έναν καλό λόγο για να μην τα παρατήσει. Θυμήσου όλους αυτούς, στους οποίους έδωσες κίνητρο να κοιτάνε τον ήλιο, να κοιτάνε τον ουρανό και τις ομορφιές γύρω τους και να παίρνουν δύναμη από τη δική σου στάση ζωής. Αν δεν ήσουν εσύ, εκείνες οι στιγμές δε θα υπήρχαν.
Εξαιτίας σου υπάρχει περισσότερη χαρά στον κόσμο. Εξαιτίας σου υπάρχει περισσότερη ελπίδα στον κόσμο. Εξαιτίας σου ο κόσμος μπορεί να είναι πιο αισιόδοξος. Ακόμα κι αν αυτά που κάνεις δε σου φαίνονται σπουδαία, να θυμάσαι ότι τα πάντα εξαπλώνονται και έχουν μια αλυσιδωτή αντίδραση.
Κάθε σου σκέψη, κάθε σου λέξη και κάθε σου πράξη επεκτείνεται και ενώ εσύ νομίζεις πως επηρεάζεις μόνο έναν άνθρωπο, στην ουσία επηρεάζεις εκατοντάδες, ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζεις. Όταν σκορπίζεις καλοσύνη, εμπνέει κι άλλους να κάνουν το ίδιο. Όταν χαμογελάς, ζωγραφίζεις χαμόγελα και στα πρόσωπα των άλλων. Η δική σου αγκαλιά ανοίγει κι άλλες αγκαλιές. Η δική σου αγάπη είναι φάρος για να μη «χαθούν» οι ψυχές στο ταξίδι τους.
Βαθιά μέσα σου γνωρίζεις πως έχεις φως και το κουβαλάς όπου και να πας. Φωτίζεις τον δρόμο σου και το δρόμο των άλλων. Και για αυτό σε ευχαριστούμε που υπάρχεις. Ναι, εσένα. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις λέξεις αυτήν την στιγμή. Εσένα που αγγίζεις ψυχές με το πέρασμά σου.

Αρθρο της Βίκυς Τσώκου

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Αλέν Ντε Μποτόν – “Γιατί θα παντρευτείς τον λάθος άνθρωπο…”

 


Ένα υπέροχο κείμενο του Αλέν Ντε Μποτόν που δημοσιεύθηκε στους New York Times εξηγεί τι είδους σύντροφο επιλέγουμε και στο τέλος καταλήγουμε δυστυχισμένοι και μόνοι.

Λένε – και πολλές φορές ισχύει – ότι συνήθως δεν παντρευόμαστε αυτόν ή αυτήν που ερωτευόμαστε. Είναι μια αλήθεια, επιμένουν οι πεσιμιστές, που ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής και εθνικότητας, οικονομικής κατάστασης και μορφωτικού επιπέδου. Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Τι μας οδηγεί στο λάθος ταίρι ή στην καλύτερη περίπτωση όχι στον άνθρωπο που πραγματικά ερωτευτήκαμε; Οι λόγοι που παραθέτει ο Αλέν ντε Μποτόν εξηγούν και το πώς το κείμενο του έγινε δημοφιλές μέσα σε λίγες ώρες από την ανάρτηση του στη στήλη των απόψεων των “New York Times”.
“Είναι από εκείνα τα πράγματα που πιο πολύ φοβόμαστε ότι μπορούν να συμβούν σε εμάς. Μπορούμε να κάνουμε πολλά για να το αποφύγουμε. Κι όμως τελικά κάνουμε το ίδιο λάθος που έκαναν πολλοί πριν από εμάς: παντρευόμαστε τον λάθος άνθρωπο. Εν μέρει, αυτό συμβαίνει, γιατί έχουμε τεράστιο πρόβλημα, όταν προσπαθούμε να πλησιάσουμε τους άλλους. Φαινόμαστε πιο φυσιολογικοί μόνο σε όσους δεν μας γνωρίζουν πολύ καλά. Σε μία πιο σοφή κοινωνία, σε μια κοινωνία που θα γνώριζε λίγο καλύτερα τον εαυτό της, η ιδανική ερώτηση στο δείπνο του πρώτου κιόλας ραντεβού θα ήταν: ‘Και πώς είσαι, όταν τρελαίνεσαι;’.
Ίσως έχουμε την τάση – και πόσο λανθασμένα – να γινόμαστε έξαλλοι με κάποιον που διαφωνεί μαζί μας ή να νιώθουμε χαλαροί μόνο όταν δουλεύουμε. Συνηθίζουμε να κρατάμε καρτεργάρικη στάση σε ό,τι αφορά την οικειότητα μετά το σεξ ή ακόμη χειρότερα συνηθίζουμε να σιωπούμε, ως απάντηση στις μικροταπεινώσεις της ζωής. Κανένας δεν είναι τέλειος. Το πρόβλημα είναι ότι πριν από τον γάμο, σπάνια τολμούμε να σκαλίσουμε τα συμπλέγματα μας. Κάθε φορά που οι συνήθεις σχέσεις απειλούν να αποκαλύψουν τα ψεγάδια μας, κατηγορούμε τους συντρόφους μας. Όσο για τους φίλους μας, δεν νοιάζονται και τόσο πολύ να κάνουν όλη αυτή τη σκληρή δουλειά, ώστε να μας διαφωτίσουν για τα ελαττώματα μας.
Για να καταλάβουμε τους συντρόφους μας, για να αποκομίσουμε αυτή τη ζωτική εντύπωση για εκείνους, επισκεπτόμαστε τις οικογένειες τους, κοιτάμε τις παλιές τους φωτογραφίες, γνωριζόμαστε με τους συμμαθητές και τους φίλους τους. Όλο αυτό μας δημιουργεί την εντύπωση ότι έχουμε κάνει όσα πρέπει να κάνουμε. Κι όμως, αυτό είναι λάθος. Ο γάμος τελειώνει σαν ένα ελπιδοφόρο, γενναιόδωρο, τζογαδόρικο, ωστόσο, παιχνίδι που παίζουν δύο άνθρωποι, που δεν ξέρουν ποιοι είναι ούτε ποιοι θα γίνουν, δένοντας τους εαυτούς σε ένα μέλλον που δεν μπορούν να αντέξουν, ένα μέλλον για το οποίο προσεκτικά απέφυγαν κάθε έρευνα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του ανθρώπινου είδους, οι άνθρωποι παντρεύονται για λογικούς και συμφεροντο-λογικούς σκοπούς: επειδή η γη της κοπέλας συνόρευε με εκείνη του γείτονα, επειδή η οικογένεια της κατείχε μία επικερδή επιχείρηση, επειδή ο πατέρας της ήταν ο φύλαρχος ή ο αρχηγός της πόλης… Κι από τέτοιους λογικούς γάμους εκπορεύονταν τα εξής: μοναξιά, απιστία, κακοποίηση, σκληρές καρδιές και σκοτισμένα μυαλά. Ο γάμος από συμφέρον ποτέ δεν υπήρξε ένας λογικός γάμος. Γι’ αυτό και αντικαταστάθηκε από τον γάμο από έρωτα.
Αυτό που έχει σημασία σε έναν γάμο από έρωτα είναι ότι υπάρχουν δύο άνθρωποι που κυριολεκτικά έχουν βυθιστεί ο ένας στον άλλο και κατά βάθος γνωρίζουν ότι αυτό που κάνουν είναι σωστό. Για την ακρίβεια, όσο πιο ανώριμος εμφανίζεται ένας γάμος (επειδή, ίσως έγινε μέσα σ’ ένα εξάμηνο από τότε που γνωρίστηκε το ζευγάρι), τόσο πιο ασφαλής μπορεί να είναι. Η επιπολαιότητα στην πραγματικότητα είναι το αντίβαρο για όλα τα λάθη, ένας καταλύτης στη δυστυχία: το κύρος που εδώ διαθέτει το ένστικτο είναι μία φυσική αντίδραση σε τόσους αιώνες παράλογης λογικής.
Ακόμη και έτσι, όμως, παρά το ότι θεωρούμε ότι αναζητούμε την ευτυχία, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί αυτό που πραγματικά ψάχνουμε δεν είναι η ευτυχία, αλλά η ομοιότητα, να κάτι που μπερδεύει τα σχέδια μας, ειδικά σε ό,τι αφορά τον γάμο: εκείνο που πραγματικά ψάχνουμε είναι να ξαναδημιουργήσουμε, ως ενήλικες πια, το περιβάλλον και τα συναισθήματα της παιδικής μας ηλικίας. Η αγάπη που οι περισσότεροι από εμάς γευτήκαμε ως παιδιά, ήταν αναμεμιγμένη με κάποιες δυναμικές αποδόμησης: όπως το αίσθημα του να θέλεις να βοηθήσεις έναν ενήλικα που έχει χάσει τον έλεγχο, όπως το να φοβάσαι τον θυμό του γονιού, όπως το να νιώθεις έκθετος, αν ετοιμάζεσαι να εκφράσεις όσα νιώθεις κι όσα θες. Τώρα, λοιπόν, δεν μοιάζει πιο λογικό που στην ενήλικη ζωή μας απορρίπτουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, όχι επειδή έχουν κάποιο ελάττωμα, αλλά επειδή είναι οι σωστοί για εμάς. Για την ακρίβεια, πολύ σωστοί, πολύ ώριμοι, πολύ ισορροπημένοι, γεμάτη κατανόηση, πιστοί και αξιόπιστοι, τόσο πια που η καρδιά μας ξέρει ότι όλα αυτά τα συναισθήματα είναι απολύτως ξένα για εμάς. Παντρευόμαστε τους λάθος ανθρώπους, γιατί πολύ απλά δεν θέλουμε να σχετιζόμαστε με αυτούς που θα μας αγαπήσουν πραγματικά και θα μας κάνουν ευτυχισμένους.
Και φυσικά, κάνουμε λάθη, ακριβώς επειδή είμαστε τόσο μόνοι. Πραγματικά μόνοι. Καιρό μόνοι. Και μετά από τόσο καιρό μοναξιάς, απομόνωσης σχεδόν είναι ανέφικτο να μπορέσεις να παραμείνεις επιλεκτικός. Και τελικώς, παντρευόμαστε για να δημιουργήσουμε μία ωραία αίσθηση μονιμότητας. Νομίζουμε ότι ο γάμος θα μας βοηθήσει να διατηρήσουμε τη χαρά που νιώσαμε, όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την πρόταση: ίσως να ήμασταν τότε στη Βενετία, με τον ήλιο του απογεύματος να ρίχνει χρυσές ανταύγειες στα νερά και να εξομολογούμασταν πράγματα που δεν είχαμε ξαναπεί σε κανέναν. Παντρευτήκαμε, πιστεύοντας ότι όλο αυτό θα κρατούσε για καιρό, αλλά ούτε που μυριστήκαμε ότι όλο αυτό δεν είχε καμία σχέση με τον θεσμό του γάμου.
Στην πραγματικότητα, ο γάμος μας πάει αλλού, σ’ ένα σπίτι γεμάτο υποχρεώσεις και τρελαμένα παιδιά, που σκοτώνουν το πάθος κι ας προήλθαν απ’ αυτό. Το μόνο συστατικό που απομένει σ’ αυτό το μπουκάλι είναι ο σύντροφος και συνήθως είναι το λάθος συστατικό. Τα καλά νέα είναι ότι δεν πειράζει αν ανακαλύψαμε ότι παντρευτήκαμε τον λάθος άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να τον / την εγκαταλείψουμε, ας εγκαταλείψουμε μόνο το ρομαντικό ιδεώδες του δυτικού πολιτισμού που εδώ και 250 χρόνια επιμένει ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει το ιδανικό άλλο μας μισό, έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε μας επιθυμία. Φυσικά και όχι.
Χρειάζεται μόνο να απορρίψουμε και να απαλλαγούμε από αυτή την ιδεώδη θεώρηση με τη συνειδητοποίηση ότι κάποτε και θα θυμώσουμε, και θα ενοχληθούμε και θα απογοητευτούμε σε μια σχέση και θα ανταποδώσουμε κιόλας, (χωρίς να υπάρχει ίχνος κακίας σε όλο αυτό πολλές φορές). Δεν υπάρχει τέλος στο αίσθημα του κενού και της μη πληρότητας. Αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι ασυνήθιστο ή αιτίας διαζυγίου. Με το να επιλέγουμε αυτόν με τον οποίο θα δέσουμε τη ζωή μας, ουσιαστικά επιλέγουμε τον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να υποφέρουμε.
Αυτή η πεσιμιστική φιλοσοφία που επικρατεί γύρω από τον γάμο προσφέρει μία λύση που μας απαλλάσσει από τα αγχωτικά, γεμάτα αναταραχή κομμάτια του θεσμού. Ακούγεται παράξενο, αλλά ακριβώς αυτή η απαισιοδοξία ανακουφίζει από την καταπιεστική φαντασίωση περί ρομαντικού γάμου. Η αποτυχία ενός συγκεκριμένου συντρόφου να μας σώσει από τη θλίψη και η μελαγχολία δεν έχει να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο ούτε είναι σημάδι καταστροφής ή… αναβάθμισης αυτής της ένωσης.
Ο άνθρωπος που μας ταιριάζει καλύτερα, δεν είναι αυτό με τον οποίο συμφωνούμε στα πάντα, με τον οποίο μοιραζόμαστε κοινά γούστα και επιλογές, αλλά εκείνος που μπορεί να διαπραγματευτεί τις διαφορές μας με έναν έξυπνο τρόπο – κοινώς ένας σύντροφος που είναι καλός στις διαφωνίες και τις διαπραγματεύσεις. Πέρα από το ιδανικό του τέλειου ταιριάσματος δύο ανθρώπων, υπάρχει ένα άλλο ιδανικό κι αυτό είναι η ικανότητα να ανέχεται κάποιος τις διαφορές και τα ελαττώματα μας με γενναιοδωρία κι αυτό – ναι – είναι η μεγαλύτερη ένδειξη του ότι βρήκαμε τον περισσότερο κατάλληλο άνθρωπο. Και – ναι – η συμβατότητα είναι ένα επίτευγμα της αγάπης, αλλά όχι προαπαιτούμενο της.
Ο ρομαντισμός δεν μας βοήθησε πολύ. Είναι μία μάλλον τραχιά φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά από αυτά που περνάμε στους γάμους μας, γεγονότα που μας φαίνεται εξωπραγματικά και κάποτε άθλια. Καταλήγουμε μόνοι και πεπεισμένοι ότι η οντότητα μας με όλες της τις ατέλειες δεν είναι φυσιολογική. Πρέπει να γίνουμε πιο “φιλόξενοι” στο “λάθος”, προσπαθώντας να υιοθετήσουμε μία πιο ανάλαφρη, χιουμοριστική συμπεριφορά που θα συγχωρεί εμάς, αλλά και τους γύρω μας”.
______________
   Πηγή: www.lifo.gr

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΓΑΛΗΝΗ.......


Μια υπέροχη ιστορία για τη γαλήνη της ψυχής.


"Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;"
ρώτησε ο σοφός δάσκαλος τον οδοιπόρο που ζητούσε
απεγνωσμένα να τον συναντήσει.

"Εγώ θέλω γαλήνη" απάντησε μελαγχολικά εκείνος.

Ο δάσκαλος πήρε ένα ξύλο κι έγραψε στο χώμα :
Εγώ θέλω γαλήνη

"Κοίταξε τώρα πόσο απλό είναι" είπε στον οδοιπόρο και
Διέγραψε με μια κίνηση το «Εγώ».

"Σβήνεις πρώτα το εγώ. Είναι αδύνατον να βρει γαλήνη αυτός που
πιστεύει ότι είναι αποκομμένος από τον Θεό και τους συνανθρώπους του.
Το εγώ πάντα νιώθει ότι απειλείται κι έτσι φοβάται και αντιστέκεται."

Με μια δεύτερη κίνηση διέγραψε το «θέλω»

"Το θέλω δηλώνει επιθυμία, ανάγκη και προσκόλληση.

Όταν τρέχεις πίσω από τις επιθυμίες σου ποτέ δε θα γίνεις
ευτυχισμένος. Είναι η γνωστή «επίδραση του κουνουπιού».

Αν σε ένα δωμάτιο υπάρχουν δέκα κουνούπια κι εσύ σκοτώσεις τα εννιά,
το δέκατο κουνούπι δε θα σε αφήσει να κοιμηθείς.

Έτσι είναι και οι επιθυμίες. Όσες και να ικανοποιήσεις πάντα θα
υπάρχει κάποια που δε θα σε αφήνει να κοιμηθείς."

Ο οδοιπόρος κοιτώντας την δυνατή εικόνα στο χώμα λένε πως βίωσε την
πρώτη του αφύπνιση.

Είχαν σβηστεί το «Εγώ» και το «θέλω» και

είχε μείνει η ... Γαλήνη.

 

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Ένα διδακτικό παραμύθι... Μάς αφορά όλους...

Καλή Χρονιά θα ευχηθώ, καλή κι ευλογημένη,
κι οι άνθρωποι σ΄όλη τη γη, γεροί κι ευτυχισμένοι !!!


Σε μία φάρμα....




Ένα διδακτικό παραμύθι... Μάς αφορά όλους...

Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε. Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!     

 

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!.Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε: " ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σένα, αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!".

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και τού φώναξε: "Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε: "Λυπάμαι πολύ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ." Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και τού φώναξε κρούοντας τον κώδωνα τού κινδύνου:



 
 
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!" Και το βόδι απάντησε:"Κοιτάξτε, ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "
 

Έτσι, ο ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!
 
Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα τού αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι .... Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα. Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλλοίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες.. Έτσι ο αγρότης *έσφαξε την κότα* για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο. Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το γουρούνι*. Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλύτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι. Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το βόδι*


Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

 


ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ: Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..! Όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο! Είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή! Ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας! Είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος. Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

Είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.

*Αγαπητοί φίλοι.*

Πραγματικά η ιστοριούλα είναι πολύ διδακτική. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο το ότι όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι δίδαξαν την αλληλεγγύη όχι μονάχα ως μια μεγάλη αρετή, αλλά και ως αναγκαία τέτοια.

 



Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ρεβεγιόν....Ρεφενέ !!!





Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα φίλες μου !!! Μιά ιστορία Χριστουγεννιάτικη σκαρώθηκε για να μας ανεβάσει τη γιορτινή διάθεση.....χαρείτε την !!!

Ρεβεγιόν….ρεφενέ !!!

Η Σοράγια με τη ζεστή κούπα του καφέ στο χέρι, στεκότανε μπροστά στο παράθυρο με τα μαλλιά αναστατωμένα και μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια , είχε τα χάλια της και ήξερε καλά πως δεν οφειλότανε αυτό στην τριήμερη εφημερία της στο Νοσοκομείο. Είχε κακοκοιμηθεί, είχε κακοσηκωθεί, γενικά ήτανε κακόκεφη εδώ και πολύ καιρό…. Αισθανότανε σχεδόν ανακούφιση που έλειπε ο Θεόφιλος σ’ εκείνο το 15θήμερο συνέδριο στην Ιαπωνία… Η μέρα ήτανε μουντή και οι απέναντι παλιές πολυκατοικίες φαντάζανε πιο θλιβερές απ΄ότι ήτανε στην πραγματικότητα….τα μπαλκόνια/αποθήκες με τα καχεκτικά φυτά και τα κακοαπλωμένα ρούχα μαζί με τις κεραίες στις ταράτσες, πληγώνανε το βλέμμα της Είχε πάρει τις εξετάσεις της εδώ και μία εβδομάδα, θα έπρεπε να χειρουργηθεί οπωσδήποτε μετά τις γιορτές…. «Δεν τα αφήνουμε αυτά " της είπε προχθές, ο τέταρτος κατά σειράν ειδικός γιατρός ,που πήγε να συμβουλευτεί…Ενοιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι άμεσα, να το παλέψει, να μην αφεθεί άλλο σ΄αυτή τη μιζέρια….που την κατάτρωγε…» « Πρέπει να κάνω κάτι, να το διαχειριστώ, να ξεμιζεριάσω… Σκέφτηκε και τινάχτηκε ξαφνιασμένη από το κουδούνισμα του τηλεφώνου….»

Η Νιόβη, δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου…..αυτό το βάρος στο στήθος, η απογοήτευση, ο θυμός , την είχανε εξαντλήσει….χωμένη στα κουβαριασμένα σκεπάσματα, προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις που τις τρυπάγανε το μυαλό…..από την 1η του επόμενου μήνα, όλο το προσωπικό θα πληρωνότανε 4ωρο ή 5άωρο, αλλά εννοείται ότι θα εργαζότανε κανονικά….8ωρο….και όποιος θέλει ….αυτά δήλωσε με χαμηλωμένα μάτια και αλλαγμένη φωνή η Τασούλα, η υπεύθυνη προσωπικού. Εργαζότανε 12 χρόνια σ΄αυτόν τον Οίκο Νυφικών, η δουλειά της τη γέμιζε χαρά, είχε ντύσει χιλιάδες νυφούλες κάνοντας ατέλειωτες απλήρωτες υπερωρίες, είχε δώσει την ψυχή της, όπως και οι περισσότερες συνάδελφοί της άλλωστε και τώρα….Τις στενάχωρες σκέψεις της διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου….

Η Ροδάνθη γέμισε την τσαγιέρα με νερό, έριξε κι ένα ξυλάκι κανέλλα μέσα, εδώ και χρόνια έτσι έπινε το τσάΐ της, όπως η μάνα και η γιαγιά της, αρωματισμένο με κανέλλα, την ηρεμούσε και της γλύκαινε την ψυχή αυτή η ευωδιά…..Δεν είχε και την καλύτερη διάθεση αυτές τις γιορτές, το ατύχημα του άνδρα της του Φιλήμονα εδώ και 20 μέρες της είχε ρίξει το κλονισμένο ηθικό στα τάρταρα…..Στο φαρμακείο στη γωνία πήγε ο άνθρωπος και ένα πέσιμο στις γλιστερές πλάκες του πεζοδρομίου….τον έστειλε στο Νοσοκομείο, ο αριστερός ώμος και τρία πλευρά σπασμένα……πονούσε και υπέφερε πολύ αλλά παρέμενε σιωπηλός υπομένοντας αγόγγυστα για να μην τη στενοχωρήσει….τι άνθρωπος !!! Πήρε κοντά της το καλάθι με τα υλικά της ραπτικής, σήμερα είχε αποφασίσει να ξηλώσει εκείνο το υπέροχο βραδινό φουστάνι της μάνας της, με τα υφασμάτινα τριαντάφυλλα στη χαμηλή πλάτη, όχι ότι σκόπευε να το φορέσει, αλλά ο μπεζ ροζ ταφτάς και το θρόϊσμά του, της τη θυμίζανε τόσο πολύ… το γλυκό της πρόσωπο στεφανωμένο με τα σκούρα καστανά μαλλιά χτενισμένα περίτεχνα , είχανε αφήσει τόσο όμορφες και ανεξίτηλες εικόνες στη μνήμη της…..Ο Πατέρας της είχε μεγάλη θέση στο Υπουργείο Εξωτερικών και εκ των πραγμάτων, ήτανε δεδομένη η συνεχής παρουσία των γονιών της στην κοινωνική ζωή της Αθήνας του ΄60….Δεκαπέντε τουαλέττες και 5 γούνες της συχωρεμένης μάνας της είχε κρατήσει, για συναισθηματικούς λόγους, ραμμένες από τις διασημότερες ράφτρες της εποχής κι ένα σμόκιν του μακαρίτη του πατέρα της, που το φορούσε ο Φιλήμονας συνήθως τις απόκριες. Η Ροδάνθη, εδώ κι ένα χρόνο που βγήκε στη σύνταξη, βρήκε απασχόληση στη ραπτική, πήγε και σ΄ένα εργαστήρι όπου παρακολούθησε μαθήματα για 6 μήνες και ρίχτηκε με κέφι και δημιουργική διάθεση στη νέα της δραστηριότητα !!! Ξεκίνησε να μεταποιεί όλα τα παλιά της ρούχα και στα άμεσα σχέδιά της, ήτανε να περιλάβει και κάποιες από τις τουαλέττες της μάνας της !!! Δεν πρόλαβε να πιάσει το ξηλωτήρι , το κουδούνισμα του τηλεφώνου επιτακτικό και έντονο την καλούσε να απαντήσει.

Η Ευγενία άνοιξε τα παράθυρα, τα τζάμια θέλουνε καθάρισμα σκέφτηκε, αυτό το καυσαέριο κολλάει και μουντώνει τα πάντα…..η Μαριάννα και ο Λευτέρης, τα μικρά της, μόλις είχανε φύγει για το Πανεπιστήμιο η κόρη , για η δουλειά ο νεαρός, εκεί που έκανε την πρακτική του και τα μεγάλα της σκέφτηκε με καημό, στο ΄Αμστερνταμ ο Πέτρος της, στη Βιέννη η Αλίκη…. Δεν θα ερχόντουσαν στο σπίτι για τις γιορτές, πολλά τα έξοδα και δεν θέλανε να την επιβαρύνουνε περισσότερο, σπουδάζανε και εργαζόντουσαν περιστασιακά , ας τα έχει η Παναγιά στη σκέπη της σκέφτηκε και σταυροκοπήθηκε, τα δικά μου κι όλα τα παιδιά του κόσμου….ύστερα άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά…. , ο σύζυγος την είχε εγκαταλείψει πριν από 18 χρόνια, δεν την πλήγωσε η απόρριψη, τον είχε προ πολλού απορρίψει η ίδια γιατί ήτανε «πολυγαμικός» και είχανε αποξενωθεί εδώ και 10 χρόνια, όμως το να μεγαλώσει μόνη της 4 παιδιά, με τους πενιχρούς πόρους του ενοικίου μιάς γκαρσονιέρας που είχε στην ιδιοκτησία της, την ανάγκασε να ζει μία συμβατική ζωή με όλα όσα σημαίνει αυτό, ώσπου εκείνος στα 56 του, ερωτεύτηκε τρελά τη 23άχρονη γραμματέα του, την παντρεύτηκε θορυβωδώς και χωρίσανε εξ ίσου θορυβωδώς, μετά από δύο χρόνια. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό, τώρα ζούσε με την 4η κατά σειράν συμβία στις ΗΠΑ, έστελνε κάρτες στα παιδιά τα Χριστούγεννα μαζί με ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο , κάποιες φορές τους τηλεφωνούσε….Ευτυχώς τα παιδιά μεγαλώσανε ανέλπιστα φυσιολογικά, μιάς και την παρουσία του απόντα πατέρα, τη στοργή και όλα σχεδόν τα συμπαρομαρτούντα, υποκατέστησε ο θείος Χαρίτων, ο αδελφός της Ευγενίας, στο λογιστικό γραφείο του οποίου άρχισε πάλι να εργάζεται μετά το διαζύγιο… Ητανε ευγνώμων, δόξα το Θεό έλεγε καθημερινά και σταυροκοπιότανε……Ετοιμαζότανε να φτιάξει τον καφέ της, να πιεί δυό τρείς γουλιές και να ετοιμάσει τη φρυγανιά της με το ταχίνι γιατί η μέρα της προβλεπότανε πολύ γεμάτη, όπως όλες άλλωστε, έπρεπε να περάσει από την Εφορία, να πάει στην Τράπεζα, στο Επιμελητήριο, τσεκάριζε τη λίστα με τις υποχρεώσεις της ημέρας όταν χτύπησε το τηλέφωνο…..

Η Φιλομήλα αισθανότανε ότι ταξίδευε πάνω σε μεθυσμένο καράβι σε τρικυμισμένη θάλασσα……ευτυχισμένη και αναστατωμένη ταυτόχρονα, προβληματισμένη και αφόρητα πιεσμένη….την είχε πάρει τη δουλειά, μετά από μήνες προσμονής, ατέλειωτα βιογραφικά, αγωνία και στέρηση……..και μόλις χθές πήρε και τα αποτελέσματα του τεστ κυήσεως……θετικό…..ήθελε να ξεσπάσει, να ξεφωνήσει, να κλάψει, να γελάσει…..να μιλήσει σε κάποιον ….όχι στη μάνα της, ούτε στο Λεωνίδα της, που την παρακαλούσε δυό χρόνια να παντρευτούνε κι εκείνη αρνιότανε πεισματικά, γιατί ήθελε πρώτα να εξασφαλίσει δουλειά, το είχε θέσει σαν προϋπόθεση, θα βλέπανε μετά….. έπιασε το κινητό και σχημάτισε τον πρώτο αριθμό….


Η Σοράγια



«Σοράγια μου καλημέρα…………..(η Σοράγια ήτανε η κολλητή της, η πιο αγαπημένη της φίλη, ο άνθρωπος που την καταλάβαινε καλύτερα σ΄αυτόν τον κόσμο…τον Λεωνίδα τον αγαπούσε τρελά, όμως στο θέμα της κατανόησης ερχότανε δεύτερος….)
Επειτα από αρκετή ώρα, τον δεύτερο :
Η Νιόβη




«Νιόβη μου καλημέρα, δεν σε ξύπνησα…. ( η Νιόβη ήτανε εξαδέλφη της, είχανε μεγαλώσει μαζί και ήτανε πολύ δεμένες αν και οι χαρακτήρες τους ήτανε εντελώς διαφορετικοί….)
Ακολούθησε το τρίτο τηλεφώνημα :
Η Ροδάνθη
 


«Ροδάνθη μου σε καλημερίζω, πως τα πάει ο Φιλήμονας;;; (Με τη Ροδάνθη και το Φιλήμονα ήτανε συγκάτοικοι, αν και με αρκετή διαφορά ηλικίας, δημιουργήθηκε μια αμοιβαία συμπάθεια ανάμεσά τους από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους…..Στο Φιλήμονα χρωστούσε και την πρόσληψή της στην Εταιρεία……)»
Μετά από λίγα λεπτά , το τέταρτο τηλεφώνημα :
Η Ευγενία


«Ευγενία μου καλημέρα !!! Που σε πετυχαίνω, μπορώ να σου μιλήσω ή να πάρω το βράδυ….( Με την Ευγενία υπήρξανε συνάδελφοι, κάποτε φοιτήτρια, είχε εργαστεί για λίγο στο Λογιστικό Γραφείο του αδελφού της, μία μεγάλη συμπάθεια και αμοιβαία εκτίμηση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, κατέληξε σε κουμπαριά, της είχε βαφτίσει τη Μαριάννα !!!)

Το πέμπτο τηλεφώνημα έγινε στον Χαρίτωνα , το πρώην αφεντικό της και αδελφό της Ευγενίας….
Αυτές οι τόσο διαφορετικές γυναίκες με τα προβλήματα, τα άγχη, τα συναισθήματα, τα πάνω τους και τα κάτω τους , αυτή τη χρονιά, θα κάνουνε Ρεβεγιόν ρεφενέ για να ξορκίσουνε τη μιζέρια από τη ζωή τους, να διαχειριστούνε τους φόβους τους, να μοιραστούνε τις έγνοιες τους , να αποτιμήσουνε τις χαρές τους και να περάσουνε παρέα μια γιορτινή βραδιά δίνοντας ελπίδα στα όνειρά τους , φως στις σκέψεις τους και γλύκα στην ψυχή τους…..

Η Σοράγια προσφέρθηκε να διαθέσει το σπίτι της, ήτανε ευρύχωρο και το πιό βολικό σε πρόσβαση . Μπήκε στη διαδικασία της ετοιμασίας, κατέβασε τα στολίδια, το δέντρο, τις γιρλάντες, τα φωτάκια….Να είναι καλά τα παιδιά της Ευγενίας, ο Πέτρος και η Μαριάννα ήρθανε και βοηθήσανε….γιά πότε στολίστηκε το δέντρο, γιά πότε τοποθετηθήκανε οι γιρλάντες στη σκάλα και το χριστουγεννιάτικο στεφάνι στην εξώπορτα!!! Τα λαμπιόνια φωτίσανε το χώρο, φωτίσανε και τις σκέψεις της, το χαμόγελο των παιδιών, η καλή τους διάθεση , η ζωντάνια τους, της μεταδοθήκανε σαν…..ίωση…..και ένοιωσε για πρώτη φορά, μετά πολύ καιρό καλοδιάθετη ……




Η Ροδάνθη και η Νιόβη αναλάβανε το ενδυματολογικό μέρος, είχανε την τρελή ιδέα να ντυθούνε «επίσημα» αυτή τη βραδιά, όπως παλιά, όταν οι γιορτές ήτανε λαμπερές και καταγραμμένες στις παιδικές μνήμες των περισσοτέρων…. Η Ροδάνθη έβγαλε τις τουαλέττες της μάνας της από ντουλάπες και μπαούλα… Μαζευτήκανε όλες στο σπίτι της ένα απόγευμα Σαββάτου και έγινε ένα απερίγραπτο πανηγύρι….Δοκιμάζανε, σχολιάζανε, γελούσανε μέχρι δακρύων….όλα τα άγχη και οι στενοχώριες τους σκορπίσανε μακριά , έστω προσωρινά….Ο Φιλήμονας ξέχασε τους πόνους του κι έκανε κριτική στις επιλογές τους, αποφάσισε κι εκείνος να φορέσει για την περίσταση, το σμόκιν του μακαρίτη του πεθερού του. Οι τουαλέττες μεταποιηθήκανε , φαρδύνανε, στενέψανε, κοντύνανε, μακρύνανε, τα ψαλίδια και τα βελόνια πήρανε φωτιά , οι γούνες βγήκανε από τις υφασμάτινες θήκες, αεριστήκανε και προβαριστήκανε μέσα σ΄ένα κλίμα ενθουσιασμού και αβίαστης χαράς…
Η Ροδάνθη φόρεσε εκείνο το μπεζ ροζ μακρύ φόρεμα από ταφτά, η Σοράγια το αέρινο γκρί ασημί με το λεπτό κέντημα, η Νιόβη το εντυπωσιακό τυρκουάζ με τις ασημένιες ρίγες, η Ευγενία το αριστοκρατικό καφέ σοκολά και η Φιλομήλα το σμαραγδί μεταξωτό με τη δαντέλα και τα λευκά τριαντάφυλλα στο κορσάζ …

Η Φιλομήλα

Ολες με μεγάλη προθυμία αναλάβανε το παραδοσιακό μενού, εξ άλλου δεν χρειαζόντουσαν πολλά ή ακριβά εδέσματα…. κουραμπιέδες και λαχανοντολμάδες και θα έφτιαχνε η Ευγενία, που συμβολίζουνε τα σπάργανα του Χριστού και πατροπαράδοτα τα έφτιαχνε τα Χριστούγεννα η μάνα της και η γιαγιά της, πολίτικη σαλάτα και μπακλαβά θα έφτιαχνε η Φιλομήλα. Η Σοράγια επέμεινε να κάνει τα μελομακάρονα με μπύρα, με την απίθανη συνταγή της θείας της και παραδοσιακό κατσικάκι με πατάτες στη γάστρα…..Η Νιόβη κράτησε μυστική τη συνεισφορά της στο ρεφενέ τραπέζι, έφτιαξε χοιρινά κότσια με δαμάσκηνα και ραβανί με καρύδα !!! Η Ροδάνθη δεν είχε και πολύ διαθέσιμο χρόνο για μαγειρική, το μόνο που πρόλαβε ήτανε μία εξαιρετική μακαρονοσαλάτα με σπιτική μαγιονέζα !!!

Ο Χαρίτωνας ετοίμασε με απόλυτη μυστικότητα τη δική του έκπληξη….μετά το τηλεφώνημα της Φιλομήλας, ενθουσιασμένος με την ιδέα, εκτός από το εισιτήρια που έστειλε από μέρες στ΄ανήψια του, για να έρθουνε να γιορτάσουνε μαζί τα Χριστούγεννα, σκέφτηκε κάτι ακόμη, πιο σπουδαίο, πιο συγκινητικό, πιο ουσιαστικό… «Να μη γιορτάσουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό……όμορφα τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, οι μυρωδιές, τα παραδοσιακά γλυκά και εδέσματα…. όμως υπάρχουνε τόσες ανάγκες εκεί έξω, τόση ανέχεια ….Το φως της Βηθλεέμ απαλό και λυτρωτικό, ας φωτίσει τις ψυχές μας…. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, το απόγευμα , πρότεινε να επισκεφθούνε έναν Οίκο Ευγηρίας και να περάσουνε μερικές ώρες με τους τροφίμους , πρόταση που έγινε αποδεκτή από όλους…..για την Πρωτοχρονιά είχε ήδη κανονίσει την επίσκεψη σ΄ένα ίδρυμα για παιδιά …Πολύ αθόρυβα είχανε ετοιμαστεί από μέρες κάμποσα δέματα, με τη βοήθεια των συνεργατών και των περισσότερων πελατών του, είχανε ήδη αποσταλεί , τρόφιμα και κλινοσκεπάσματα σ΄ένα δημόσιο γηροκομείο, παιχνίδια και ρουχισμός σ΄ ένα Ιδρυμα για παιδιά, φάρμακα κι ένα ειδικό ιατρικό μηχάνημα σ΄ένα Νοσοκομείο….

Το ρεφενέ ρεβεγιόν ήτανε γεγονός !!! Ο Φιλήμονας, παρά τους πόνους του, καλοδιάθετος με το σμόκιν του, ο Θεόφιλος με τα πνευματώδη αστεία του, ο Λεωνίδας με την κιθάρα του, ο Χαρίτωνας με το καλοσυνάτο βλέμμα , τα τέσσερα νεαρά παιδιά κεφάτα και ενθουσιώδη, οι κυρίες της συντροφιάς, καλοντυμένες, λαμπερές, χαμογελαστές, θα γιορτάζανε όλοι μαζί, παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ακουμπώντας ο ένας στον άλλο, ξορκίζοντας τους φόβους και τα άγχη, παίρνοντας δύναμη και κουράγιο γιά ν΄αντιμετωπίσουνε με ελπίδα το αύριο, ενδυναμωμένοι από τους δεσμούς της συγγένειας, της φιλίας, της αλληλεγγύης, του μοιράσματος……Θα το παλεύανε !!!